Στο προσκήνιο επανέρχεται το ζήτημα των αποζημιώσεων για τις παλιές πετρελαϊκές μονάδες της ΔΕΗ στα νησιά των Κυκλάδων, οι οποίες μπορεί να έχουν τεθεί εκτός κανονικής λειτουργίας μετά τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, εξακολουθούν όμως να διατηρούνται σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας για λόγους ασφάλειας του συστήματος. Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά εγκαταστάσεις που για δεκαετίες κάλυπταν τις ανάγκες νησιών όπως η Μύκονος, η Πάρος και η Σύρος, πριν η ηλεκτροδότηση περάσει στο νέο μοντέλο των διασυνδέσεων με το ηπειρωτικό δίκτυο.
Η βασική θέση της ΔΕΗ είναι ότι, παρότι οι μονάδες αυτές δεν λειτουργούν πλέον με τον παλιό τρόπο, παραμένουν διαθέσιμες και απαιτούν συνεχή συντήρηση, τεχνική υποστήριξη και διατήρηση προσωπικού σε ετοιμότητα. Το κόστος αυτής της κατάστασης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έχουν παρουσιαστεί, φτάνει σε πολύ υψηλά επίπεδα και αφορά ουσιαστικά όλη την περίοδο από την έναρξη των διασυνδέσεων μέχρι σήμερα.
Το θέμα εξετάζεται από τη Ρυθμιστική Αρχή, η οποία καλείται να αξιολογήσει ποιο μέρος αυτού του κόστους μπορεί να θεωρηθεί εύλογο και να αποζημιωθεί. Η συζήτηση αυτή δεν έχει μόνο λογιστική σημασία. Αγγίζει τον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης των νησιών, αφού αναδεικνύει ότι η διασύνδεση δεν σήμαινε αυτομάτως και πλήρη κατάργηση των παλιών μονάδων. Σε αρκετές περιπτώσεις, η ανάγκη ύπαρξης εφεδρικών υποδομών παραμένει, ιδιαίτερα σε ένα νησιωτικό σύστημα όπου η ασφάλεια τροφοδοσίας έχει κρίσιμη σημασία.
Το επόμενο βήμα αφορά την περίοδο μετά το 2025. Αν κριθεί ότι ορισμένες από αυτές τις μονάδες πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμες και στο μέλλον, θα απαιτηθεί νέο συμβατικό και ρυθμιστικό πλαίσιο που θα καθορίζει ποιες εγκαταστάσεις κρατούνται σε εφεδρεία, με ποιους όρους και με ποια αποζημίωση. Για τα νησιά, η υπόθεση αυτή αφορά όχι μόνο την ενεργειακή πολιτική, αλλά και την πρακτική ασφάλεια της ηλεκτροδότησης στα επόμενα χρόνια.







