Με κατάνυξη τελέστηκε ο εορτασμός της Υπαπαντής του Κυρίου, στο γραφικό παρεκκλήσι της Παναγιάς, χτισμένο το 1913. Πιστοί συμμετείχαν στη Θεία Λειτουργία, σε έναν τόπο που συνδυάζει την ησυχία του Αιγαίου με τη βαθιά συμβολική φόρτιση της εορτής.
Η Υπαπαντή, δεσποτική και θεομητορική εορτή, θυμίζει την προσφορά του Χριστού ως τεσσαρακονθήμερου βρέφους στον Ναό, «παραστήσαι τω Κυρίω», όπως καταγράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μαζί του προβάλλεται ο ρόλος της Θεοτόκου, που σύμφωνα με τον Νόμο προσφέρει τον Υιό της «καθώς γέγραπται… ότι παν άρσεν διανοίγον μήτραν άγιον τω Κυρίω κληθήσεται». Η τελετή στα Δεσποτικά ανέδειξε ακριβώς αυτόν τον πυρήνα της εορτής, την υπακοή, την προσφορά και την προφητική διάσταση του γεγονότος.




Στο σύντομο κήρυγμα έγινε αναφορά στη φράση του πρεσβύτη Συμεών προς την Παναγία, «σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαίαν». Η αναφορά ερμηνεύτηκε ως προεικόνιση της οδύνης που θα γνωρίσει η Θεοτόκος, όταν ο Χριστός θα οδηγηθεί στο Πάθος και στη Σταύρωση. Το μήνυμα της ημέρας στάθηκε σε αυτή την εσωτερική διάσταση της εορτής, που δεν περιορίζεται στο χαρμόσυνο γεγονός της παρουσίας του Χριστού στον Ναό, αλλά ανοίγει το βλέμμα προς την πορεία Του ως λυτρωτική θυσία.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην οικογένεια Γιάννη και Ολυμπίας Κουσαθανά, που διατηρεί, όπως τονίστηκε, την ευθύνη της επιμέλειας και της φροντίδας του παρεκκλησίου και της Θείας Λειτουργίας, συνεχίζοντας μια παράδοση που παραδίδεται από γενιά σε γενιά.



Η λειτουργική σύναξη ολοκληρώθηκε με ευχές προς τους παριστάμενους, με την επίκληση λόγων από το μεγαλυνάριο της εορτής: «Θεοτόκε η ελπίς πάντων των Χριστιανών, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τους ελπίζοντας εις σε», ως προσευχή προστασίας και ενίσχυσης για την κοινότητα των πιστών.




